Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου Κρυονερίων


Το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται στην τοποθεσία «Σέλπερη» νοτίως των Κρυονερίων Ορεινής Ναυπακτίας, είναι στην μέση περίπου της πλαγιάς Αετοράχης σε μέρος ομαλό και με μικρή κλίση προς τα ανατολικά. Κτίστηκε το 1805  όταν ο τριανταπεντάχρονος τότε τσοπάνης Δημήτρης Τσουνόπουλος ή Τσώνης, από τα Κουτλίστια (σημερινά Κρυονέρια) ονειρεύτηκε ότι υπάρχει μία ιερή εικόνα στο πατρικό του χωράφι κοντά στο χωριό του και είδε επίσης τον Άγιο Δημήτριο να τον υποχρεώνει να κτίσει εκεί μια εκκλησία και να αφιερωθεί τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του. Ξύπνησε, πήγε στο χωράφι του, έσκαψε και βρήκε την εικόνα.
Προσπάθησε να πείσει τους συγχωριανούς του αλλά δυστυχώς για αυτόν, δεν βρήκε την ανταπόκριση που ήθελε. Τότε απευθύνθηκε στον Αλί Πασά και ζήτησε οικονομική ενίσχυση και την άδεια να κάνει εράνους στην περιοχή για να αναγείρει την εκκλησία. Ο Αλί, που ενδιαφερόταν να έχει φίλους στα Κράβαρα για τους δικούς του σκοπούς, δεν έχασε την ευκαιρία και αμέσως έβγαλε μπουγιουρντί «... προς απαντάς τους επαρχιώτας Κραβάρων διά να τον συνδράμωσιν εξ άπαντος διά την ανέγερσιν και αποκατάστασιν του μοναστηρίου καθ' ό απεκαλύφθη εις τον επονομασθέντα Δαμιανόν...». Ο Δημήτρης Τσουνόπουλος ή Τσώνης είχε άριστες σχέσεις και φιλία με την οικογένεια των Καναβαίων της Άνω Χώρας οι οποίοι είχαν πολύ καλές σχέσεις με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων και ήταν κοτζαμπάσηδες στην Ορεινή Ναυπακτία, αυτοί ήταν που τον συμβούλεψαν να ταξιδέψει μέχρι τα Ιωάννινα και να ζητήσει βοήθεια από τον αλί Πασά.
Μετά το κτίσιμο της εκκλησίας ο Δημήτρης Τσουνόπουλος ή Τσώνης παρουσιάστηκε στον Δεσπότη. Του ανάφερε την δημιουργία της εκκλησίας και την πρόθεσή του να καλογερέψει. Τότε του ζήτησε να τον κάμει ηγούμενο του νέου μοναστηριού για να συνεχίσει το έργο του. Τότε ήταν που άλλαξε επίσημα και το όνομά του από Δημήτρης σε Δαμιανός.
Την πρώτη μοναστική αδελφότητα με ηγούμενο τον Δαμιανό αποτέλεσαν οι γονείς του που έλαβαν το μοναστικό όνομα Παρθένιος και Αναστασία και η σύζυγός του Ευθυμία. Μαζί με τον Δαμιανό είχε μονάσει και ο Ι. Ζωσιμάς από την Λαμποτίνα (Άνω Χώρα) μαζί με τα δυο παιδιά του Άνθιμο και Αγαθάγγελο (μαζί με τον πατέρα τους παρέμειναν στο Μοναστήρι πέρα του 1845).
Εκτός των παραπάνω στο Μοναστήρι μόνασαν και οι Χρύσανθος (γεν. 1786) (Διετέλεσε και ηγούμενος από το 1826 μέχρι το 1833. Παρέμεινε στο μοναστήρι και μετά το 1845), Αγάπιος, Νικόδημος, Κωνστάντιος, Κυπριανός Παπαδόγιαννος και Κυπριανός Ζαμπάρας (τελευταίος μοναχός έφυγε από το Μοναστήρι το 1916).
Ο Δαμιανός κατάφερε το μοναστήρι να  αναγνωρίσθει ως σταυροπηγιακό – πατριαρχικό το 1819 και να εκδοθεί πατριαρχικό σιγίλλιο του Γρηγορίου Ε΄.
Το μοναστήρι έκλεισε επίσημα το 1833 αφού πρώτα έγινε απογραφή της περιουσίας του. Αν και στο πρακτικό 35/22-3-1916 του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ι. Μονής Παναγίας Αμπελακιώτισας, αναφέρεται ότι έχει υποβληθεί αίτηση του μοναχού Κυπριανού Ζαμπάρα προς εγγραφή του στο Μοναχολόγιο της Μονής. Στο σκεπτικό μεταξύ άλλων αναφέρεται «…Επειδή από τον χρόνον της κουράς του (7χρόνια) μέχρι σήμερον διαμένων εν τη διαλελυμένη Ι. Μονή Αγίου Δημητρίου κειμένη εν τω τέως Δήμου Οφιονείας ….»
Τα λείψανα και τα υπόλοιπα ιερά κειμήλια του μοναστηριού, μετά την διάλυσή του, μεταφέρθηκαν και παραλήφθηκαν από τον έπαρχο Ναυπάκτου και στην συνέχεια παραδόθηκαν σε άλλα διατηρημένα μοναστήρια.
Πολλές προσπάθειες (1837, 1845, 1846, 1862) των κατοίκων της ορεινής Ναυπακτίας
23/8/1935 Κρυονερίτες στον Αγ. Δημήτριο
για την επανίδρυση του μοναστηριού, δεν έφεραν αποτέλεσμα.
Η πρώτη περιουσία του μοναστηριού προήλθε από τα πατρικά κτήματα του ηγουμένου Δαμιανού που ήταν 10 στρέμματα ποτιστικά  και 10 στρέμματα ξερικά μαζί 200 περίπου γιδοπρόβατα αξίας 324 δραχμών το 1834. Στην συνέχεια το μοναστήρι εκμεταλλεύτηκε δύο χωράφια της γυναίκας του Δαμιανού, καθώς επίσης και τα κτήματα του μοναχού Ζωσιμά στην Άνω Χώρα.
Στις 25/9/1833 (περίοδος της Αντιβασιλείας ου Όθωνα) με Βασιλικό Διάταγμα αποφασίστηκε να κλείσουν όσα μοναστήρια είχαν λιγότερο από 6 καλογέρους. [1] Την εποχή εκείνη ο Άγιος Δημήτριος είχε μόνο τρείς καλογέρους και έτσι έκλεισε αφού πρώτα έγινε απογραφή της περιουσίας του η οποία περιήλθαν στο Εκκλησιαστικό Ταμείο που ιδρύθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1834, σύμφωνα με το Πρακτικό δημοπρασίας 4ης Ιουλίου 1842 της 3342/10.7.1842 Διακηρύξεως (ΓΑΚ Μοναστηριακά φακ. 125).
 Η περιουσία του Μοναστηριού το 1833 ήταν:
Α. Περιοχή του Μοναστηριού».. είς 18 διαφόρους θέσεις Α, Β, Γ, ποιότητος και αμπελώνες εις τρεις διαφόρους θέσεις από τα οποία στρέμματα 15 και ¾ ποτιστικοί, 46 ξηρικοί, 6 αμπέλι και 36 διάφορα δένδρα..»
Β. Περιοχή Λαμποτινάς. Στο χωριό αυτό είχε 35 καστανιές που δωρίθηκαν από τον Ι. Ζωσιμά.
Γ. Περιοχή Βοϊτσάς. «..αγροί εις 28 διαφορετικές θέσεις Α, Β, Γ, ποιότητος εκ των οποίων 17 στρέμματα ήσαν ποτιστικά και 40 και ¾ ξερικά, 8 και ½ στρέμματα αμπέλι και επιπλέον 2 Καρυές 1 καστανιά 3 μηλιές 4 ξινομηλιές 5 αγραπιδιές. Τα χωράφια αυτά αγοράστηκαν με 6.000 γρόσια.
Δ. Περιοχή Τέρνοβας (Δενδροχωρι) δεν έχουμε πλήρη στοιχεία για τα εκεί κτήματα.
Ε. Περιοχή Κονταρά κοντά στο σημερινό χωριό Γαβρολίμνη και ειδικότερα από το γεφύρι Μπανιά του δρόμου Ναυπάκτου Μακρυνείας και νοτιότερα ένα μεγάλο κτήμα (1.800 στρέμματα) που σύμφωνα με το σιγίλλιο αγοράστηκε από το Μοναστήρι με 5.000 γρόσια. Η έκταση μπορούσε  «.. να χωρέση 10 μεγάλα ζώα και 1.800 αιγιδοπρόβατα..» επίσης είχε «28 και ½ στρέμματα ήσαν ποτιστικά και 154 ξερικά με 64 διάφορα δένδρα και από αμπέλια 3 και ½ στρέμματα Β ποιότητας στην περιφέρεια Μετόχι..» Στο κτήμα αυτό ο Δαμιανός το 1819 έκτισε ένα εκκλησάκι του ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΝΤΑΡΑ
Η Ιερά Μονή του Αγίου Δημητρίου είχε 4 Μετόχια:
1.   Αϊ Λιά δίπλα στο Μοναστήρι
2.   Αγίου Γεωργίου Κονταρά Τρικόρφου
3.   Κοιμήσεως Θεοτόκου στην Βοϊτσά (Ελατόβρυση)
4.   Μενδενίτζας

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΝΤΑΡΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:
Η περιοχή Κονταρά ανήκε σε κάποιον Κονταρά (από το κοντάρι= ψήλος –λεπτός),
Στην συνέχεια η περιοχή Κονταρά οργανώθηκε σε Μετόχι με καλογέρους, το οποίο ανήκε στον Άγιο Δημήτριο Κρυονερίων.
Σε επιστολή του 1824 αναφέρεται << .......καθως έκαμε τον καλόγερο του Δαμιανού του Ηγούμενου εις τον Κονταραν, το καλαμπόκι του το ζαπωσε, το κρασί του το ρεμπέλεψε, το βιος του καλογέρου το πήρε .......>>.
Η επιστολή αυτή ήταν από τους προκρίτους της περιοχής σταλμένη, όπου καταγγέλλουν τις αυθαιρεσίες του οπλαρχηγού Ανδρέα Ζάγκανα, που ήταν καπετάνιος στο Κάτω Βενέτικο.
Άρα το 1824 υπήρχε μοναστήρι στον Κονταρα.
Σε κατάστιχο του 1830 περιέχεται η καταγραφή της περιουσίας του Μοναστηριού ( Μύλος-Λιβάδι -Κτήμα κλπ).
Όταν το μοναστήρι έκλεισε (1834), στην περιοχή κατέβαιναν Λομποτιάνοι τσοπάνηδες για ξεχείμασμα, που φρόντιζαν και την εκκλησία του Αι Γιωργη. Γύρω στο 1920 οι Λομποτιάνοι ξώμαχοι φαίνεται ότι ανακαίνισαν την εκκλησία, η οποία το 1975 κατέπεσε από τον μεγάλο σεισμό, που έγινε στην περιοχή.
Το 1976 κτίστηκε από την γενιά των ΤΣΟΥΚΑΛΑΙΩΝ (Λομποτιανήτες στην καταγωγή )το μικρό εκκλησάκι, που υπάρχει σήμερα και που το 2011 ανακαινίστηκε και πάλι με πρωτοβουλία των Συλλόγων ΚΑΛΑΒΡΟΥΖΑΣ και ΤΡΙΚΟΡΦΟΥ (η περιοχή από τους ντόπιους αποκαλείται τριεθνές διότι το σημείο είναι τα σύνορα τριών Τοπικών Κοινοτήτων Καλαβρούζας-Βλαχομάνδρας και Τρίκορφου και όπως λέγεται είναι ουδέτερη ζώνη) .

ΣΗΜ.: Τα στοιχεία συλλέχτηκαν από τον Πρόεδρο του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Καλαβρούζας κ. ΧΑΡΙΛΑΟ (Λάκη ) ΚΑΛΑΒΡΟΥΖΙΩΤΗ και επιμελήθηκαν από το Δ.Σ . του Συλλόγου Καλαβρούζας. Δημοσιεύτηκε 4th June 2012 από τον χρήστη ΚΑΛΑΒΡΟΥΖΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ www.kalavrouza.blogspot.com


Στις 4/12/1824 στο Μοναστήρι Άγιος Δημήτριος συνήλθε η συνέλευση των Εκλεκτών της Επαρχίας Κραβάρων για την εκλογή των Επιστατών της Επαρχίας.

Το 1861 ο Γάλλος Αρχαιολόγος Bazin που επισκέφθηκε την περιοχή του μοναστηρίου Άγιος Δημήτριος μεταξύ άλλων γράφει «…οι μοναχοί βρίσκουν στα
κτήματά τους φθαρμένα νομίσματα και άκομψα πήλινα αντικείμενα. Ξέθαψαν μάλιστα και μια επιτύμβια στήλη πάνω στην οποία διαβάζουμε με έντονους χαρακτήρες το όνομα κάποιου Νικάνορα γιού του Πτολεμαίου. Μετά τον Νικάνορα ακολουθεί ο Γαλατείας. Ποία έννοια να δώσουμε σ΄αυτό το όνομα. Είναι μια επωνυμία Νικάνωρ ο Γαλάτης, που αντιστοιχεί σε κάποια εκστρατεία στη Μικρά Ασία ή σε κάποια κατορθώματα στο Γαλατικό πόλεμο. Ή μήπως ήταν κάποιος αδελφός του, του οποίου το όνομα γράφτηκε πάνω στη στήλη δίπλα σ΄αυτό του Νικάνορα; Αυτό δεν το γνωρίζουμε. Πολεμαίος, γνωστή μορφή Πτολεμαίος…..»
Ανάλογα γράφει και ο Άγγλος Αρχαιολόγος Woodhouse που επισκέφτηκε το 1897 το μοναστήρι.
Το Καθολικό βρίσκεται και σήμερα σε καλή κατάσταση. Έχει τέσσερις πόρτες (δύο στη νότια πλευρά, μία στη δυτική και μία στη βόρεια), δύο στενά παράθυρα και πέντε μικρούς φεγγίτες. Στην πέτρινη σκεπή του προεξέχει μικρός τρούλος με πέντε μικρούς στενόμακρους φεγγίτες στα πλάγια. Το εσωτερικό του έχει σχήμα καμάρας με υψωμένο κατά 20 περίπου πόντους το ιερό και περί το ένα μέτρο το δυτικό τμήμα που είναι ο νάρθηκας.
Η κτητορική πλάκα, που βρίσκεται πάνω από τη μεσημβρινή πόρτα του, έχει στο κέντρο ανάγλυφο το σχήμα του σταυρού, στο πάνω μέρος τη χρονολογία 1805 και στο κάτω δύο κυπαρίσσια στηριγμένα σε κύκλους που βρίσκονται δεξιά και αριστερά της βάσης του σταυρού.


Οι εικόνες που βρίσκονται σήμερα στο Μοναστήρι είναι σύγχρονες, αντίγραφα, τα δε παλιότερα λειτουργικά βιβλία έχουν εξαφανισθεί.

Το αρχικό κτίριο του μοναστηριού είχε μια πόρτα στη νότια πλευρά, δύο παράθυρα και τρεις φεγγίτες. Το ιερό εξωτερικά έχει τριπλή σειρά τούβλων που προεξέχουν και σχηματίζουν ζώνες που σπάνε τη μονοτονία του τοίχου. Οι διαστάσεις του κτιρίου αυτού είναι περίπου 6,40 μέτρα πλάτος, 12 μήκος και 4,40 ύψος. Το κτίριο αυτό κάηκε από τους Τούρκους το 1828 χωρίς όμως να πάθει σοβαρές ζημιές γιατί εκτός από το τέμπλο και την πόρτα που ήταν ξύλινα το άλλο κτίριο είναι πέτρινο. Οι καλόγεροι το επισκεύασαν μετά την απελευθέρωση και τότε πρόσθεσαν στο δυτικό τμήμα τους τοίχους που καλύπτουν το νάρθηκα και αυξήσανε τον αρχικό χώρο κατά 4,30 περίπου μέτρα. Στο πρόσθετο αυτό τμήμα είναι οι τρεις πόρτες και δύο φεγγίτες, πάνω δε από την πόρτα της δυτικής πλευράς υπήρχε και μικρή σκεπή που στηριζόταν σε τρεις πέτρες που προεξείχαν.
Στα νοτιοδυτικά του μοναστηριού βρίσκονται τα ερείπια στενόμακρων κελιών που χρησίμευαν για κατοικία των καλόγερων και για την εξυπηρέτηση των προσκυνητών. Για τις άλλες ανάγκες του μοναστηριού (αποθήκες, σταύλοι) υπήρχαν άλλα κτίρια από τα οποία σώζεται ένα μόνον που κατοικούσε η οικογένεια του Δαμιανού. Στην απεριποίητη σήμερα κληματαριά, που βρίσκεται στη μεσημβρινή πλευρά, κρεμόταν μέχρι τα τελευταία χρόνια το παλιό του σήμαντρο. Η νοτιοανατολική πλευρά σε μεγάλη έκταση καλλιεργούταν όπως φαίνεται και τώρα με τα μεγάλα δέματα να συγκρατούν το χώμα και πολλά δένδρα κερασιές, καστανιές, κορομηλιές που βρίσκονται και τώρα στο χώρο αυτό. Βορειοανατολικά του ιερού του μοναστηριού και σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων δίπλα στο σπίτι του Δαμιανού είναι η πέτρινη βρύση που έφερναν με κεραμιδοσωλήνες τα νερά της πηγής που βρίσκεται εκατό περίπου μέτρα ανατολικότερα. Μεταξύ της νότιας πλευράς του μοναστηριού, των κελιών και των αποθηκών και γύρω από την πλακόστρωτη αυλή βρίσκονταν πεζούλια για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Περί τα 150 περίπου μέτρα νότια του μοναστηριού ήταν ο χώρος που χρησίμευε για νεκροταφείο. Μετά το θάνατο του Δαμιανού κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου (1826) και την προχώρηση των Τούρκων στην Ορεινή Ναυπακτία ο Κιουταχής εκδικούμενος τον αείμνηστο μάρτυρα δήμευσε την περιουσία της Μονής και την παρέδωσε εις την εν Δερβέκιστα Μονή του Προδρόμου. Μόλις όμως διώχτηκαν οι Τούρκοι από τη Ναυπακτία το μοναστήρι ξαναπήρε τη διαχείριση της περιουσίας του.


Μετόχι Αϊ Λιά
 
 Στα βόρεια του μοναστηριού σε απόσταση 25 περίπου μέτρων και σε ψηλότερο επίπεδο κατά 5 περίπου μέτρα βρίσκεται ακόμα σε καλή κατάσταση το μικρό εκκλησάκι του Αϊ-Λιά που είναι γνωστό και σαν «μετόχι» διαστάσεων περίπου 5,30 επί 4,2 μέτρων και ύψους 3. Στην βάση της μεσημβρινής πλευράς του κτηρίου υπάρχει εντοιχισμένη μελιστόπετρα όπου είναι πελεκημένες δυσανάγνωστες φράσεις "....1818 Οι μαστόροι οπού έκτισαν το μετόχι μας....γρέμισαν το στυλο το φούρνο στη...των πρωτομαστόρων Γεωργίου Κωνσταντίνου....."
Δίπλα από το μετόχι αυτό, προς το μέρος του ιερού, βρισκόταν ο στύλος του Δαμιανού, που κτίστηκε το 1818 και σώζεται η βάση του διαστάσεων 2,5x2,5 μέτρων περίπου.

 


1925 Κρυονερίτες μποστά απο τον Αϊ Λιά




Το 2000 η Αρχαιολογική Υπηρεσία πραγματοποίησε αυτοψία στο Μοναστήρι για να κηρυχτεί διατηρητέο μνημείο.Δυστυχώς λόγω των πολλών αυθαίρετων επεμβάσεων
που έγιναν στο κτήριο δεν εγκρίθηκε η κήρυξή του σε διατηρητέο μνημείο και χάθηκε μια σημαντική ευκαιρία για την μελλοντική συντήρηση και περεταίρω προβολή του μοναστηριού. Με έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού -8η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (26/9/2000-3166) στην ουσία επιπλήττει τις αυθαιρεσίες αυτές και ζητά να επανέλθει ο Ναός στην πρότερη κατάστασή του για να το ανακηρύξει διατηρητέο μνημείο (γεγονός αδύνατον).

[1]: Στο θέμα αυτό αναφερόμενος ο Charles A. Frazee γράφει: Την 1η Δεκεμβρίου 1834 η Κυβέρνηση ίδρυσε ένα εκκλησιαστικό ταμείο, που προοριζόταν να συλλέξη τα εισοδήματα από την ενοικίαση των κτημάτων των μοναστηριών που κλείστηκαν, τα χρήματα από την πώληση εκκλησιαστικών γαιών και από όλα τα κληροδοτήματα και τις δωρεές προς την Εκκλησία. Επίσης θα φρόντιζε να βρίσκονται υπό τον αυστηρό έλεγχο της πολιτείας τα εκκλησιαστικά έξοδα. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε, ότι ο προϋπολογισμός της Κυβέρνησης το 1833 έδειχνε, ότι τα συνολικά ετήσια έξοδα του Υπουργείου Εκκλησιαστικών ήταν 114.836 δραχμές. Το Εκκλησιαστικό ταμείο, όταν ιδρύθηκε (13 Δεκεμβρίου 1834) εισέπραττε κάτι λιγότερο από 190.000 δρχ. τον χρόνο.
 

 

 

 

 


 

 

 

 

 


Δάπεδο με δυσδιάκριτη παράσταση και επιγραφή

 








Μετόχι Αϊ Λιά
 
 
 
 





Χρήστος Κ. Αδαμόπουλος
e-mail: adamochrist@yahoo.gr

ΒιβλιογραφίαΑντιγραφή
Χαράλαμπος Δ. Χαραλαμπόπουλος «του Δήμου Αποδοτίας τα χωριά» . Έκδοση: Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών. 2009
Γ. Π. Καραθανάσης: Ο Κρυονερίτης Ηγούμενος Δαμιανός: 1987
www.klepanafpaktias.blogspot.com

www.kalavrouza.blogspot.com
Γ.Α.Κ. Γενική Γραμματεία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου